Η παραγωγή γυψοσανίδων γίνεται με ανάμιξη του γύψου (ημιυδρίτης) με νερό και διάφορες πρόσθετες ουσίες σε κατάλληλες αναλογίες, λαμβάνοντας έτσι την μορφή υδατοειδούς πολτού, ο οποίος επανακρυσταλλώνεται. Ο πολτός τοποθετείται μεταξύ 2 φύλλων ειδικού χαρτιού, δημιουργώντας μία υγρή γυψοσανίδα και μετά την κοπή του στις επιθυμητές διαστάσεις, οδηγείται σε ξηραντήρα στον οποίο απομακρύνεται γύρω στο 40% της περιεχόμενης υγρασίας.
Μετά την παραγωγή και πριν την πώληση των γυψοσανίδων, μεσολαβεί ο ποιοτικός έλεγχος. Το ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό του εργοστασίου εκτελεί όλους εκείνους τους ελέγχους, σύμφωνα πάντα με τις προδιαγραφές ΕΝ 520, ώστε οι παραγόμενες γυψοσανίδες να εμπεριέχουν όλα τα συστατικά που τις κατατάσσει σε ένα από τα κορυφαία υλικά εσωτερικής δόμησης. Ελέγχονται οι μηχανικές αντοχές, η πρόσφυση στο χαρτί, οι διαστάσεις, η επιπεδότητα τελικής επιφάνειας, η υδατοαπορροφητικότητα, η αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες.
Βασικά πλεονεκτήματα των γυψοσανίδων είναι η ευελιξία, το συγκριτικά μικρό βάρος τους, η δυνατότητα εύκολης κοπής και προσαρμογής σε συγκεκριμένες διαστάσεις και η δυνατότητα τους να εφαρμοστούν ως επένδυση βασικών δομικών στοιχείων είτε με απευθείας επικόλληση είτε με παρεμβολή μεταλλικού σκελετού.
Οι γυψοσανίδες προσφέρουν επίσης θερμομόνωση, ηχομόνωση, πυροπροστασία, δυνατότητα ανάρτησης συγκεκριμένων φορτίων στην επιφάνεια τους, ευκολία στην βαφή και την διακόσμηση, ανθυγρότητα. Είναι ανθεκτικές στις μηχανικές καταπονήσεις, βοηθούν στην δημιουργία ευχάριστου κλίματος, στην εξοικονόμηση ενέργειας που σε διαφορετική περίπτωση θα καταναλώνονταν σε θέρμανση ή ψύξη. Έχουν μικρό κόστος συντήρησης, συνοδεύονται από διεθνή τύπου πιστοποιητικά. Εγκαθίστανται εύκολα και εξοικονομούν ωφέλιμο χώρο σε αντίθεση με το τούβλο και τον σοβά.’’